Λύκτος
Η αρχαία πόλη Λύκτος ή Λύττος, έχει εντοπιστεί μεταξύ των
σημερινών οικισμών Ξιδά και Ασκών του δήμου Καστελλίου, εκεί που σήμερα
υψώνονται οι εκκλησίες του Τιμίου Σταυρού και του Αγίου Γεωργίου. Το πλήθος των
αναφορών στην πόλη από πολλούς αρχαίους συγγραφείς (Όμηρος, Ησίοδος, Πλούταρχος, Στράβων, Πολύβιος, Διόδωρος Σικελιώτης, Τίτος Λίβιος, Πλίνιος, Στέφανος
Βυζάντιος κ.α.) υποδηλώνουν τη μεγάλη της ισχύ αλλά και την πανάρχαια κατοίκησή
της. Στην Ιλιάδα του Ομήρου (Β΄ 647) η Λύκτος είναι μια από τις πόλεις που
συμμετέχουν στον Τρωϊκό πόλεμο, ενώ σύμφωνα με τη Θεογονία του Ησίοδου (στ. 477) στην περιοχή της Λύκτου φυγαδεύτηκε η Ρέα για να
γεννήσει, κρυφά από τον Κρόνο, το Δία. Ανασκαφικά, ωστόσο, η ανθρώπινη παρουσία
έχει επιβεβαιωθεί στην πόλη από τα αρχαϊκά χρόνια και μετά (630 π.Χ. κ. εξ.).
Όπως διαπιστώνεται από μαρτυρία του ιστορικού Πολύβιου, η Λύκτος ήταν η αρχαιότερη αποικία των Λακεδαιμονίων στην Κρήτη, κέντρο δωρισμού και αντίπαλος της Κνωσού. Είχε εκτεταμένη ζώνη επιρροής και δικό της νόμισμα με έμβλημα τον αετό και κεφαλή αγριογούρουνου. Επίνειό της, κατά το Στράβωνα (10.7), ήταν το λιμάνι της Χερσονήσου. Η πόλη, ύστερα από πόλεμο, κυριεύτηκε από τους Κνώσιους το 346 π.Χ. Η απελευθέρωσή της επιτεύχθηκε μετά από παρέμβαση των Σπαρτιατών, η αντίστασή της όμως στη συμμαχία Κνωσού - Γόρτυνας οδήγησε στην εκ θεμελίων καταστροφή της από τους Κνώσιους το 219 π.Χ. Τα ίχνη αυτής της καταστροφής, που καταγράφει ο Πολύβιος (Δ΄ 53.3-4), έχουν εντοπιστεί ανασκαφικά, από το Γεώργιο Ρεθεμνιωτάκη και την Αγγελική Λεμπέση, σε οικίες ελληνιστικής εποχής.
Η Λύκτος ξανακτίστηκε και αντιστάθηκε στους Ρωμαίους εντασσόμενη στη συμμαχία των 30 κρητικών πόλεων, υπό το βασιλιά της Περγάμου Ευμένη Β΄. Τελικά, ωστόσο, καταλήφθηκε από το ρωμαίο Μέτελλο, μετά από πολιορκία. Κατά τη ρωμαϊκή περίοδο, η πόλη γνώρισε νέα ακμή, όπως μαρτυρούν τα αρχιτεκτονικά λείψανα, οι πολυάριθμες επιγραφές και τα αγάλματα που έφεραν στο φως οι χρηματοδοτούμενες, σε μεγάλο βαθμό από τις τοπικές κοινότητες, ανασκαφές της ΚΓ΄ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων. Για την υδροδότηση της πόλης είχε κατασκευαστεί, αυτή την εποχή, υδραγωγείο που μετέφερε νερό από την πηγή Κουρνιά κοντά στο Κράσι. Τα ίχνη του ρωμαϊκού υδραγωγείου είναι και σήμερα ορατά στον αγροτικό δρόμο προς την Κασταμονίτσα. Η Λύκτος διέθετε επίσης θέατρο, λαξευμένο στο βράχο, τη μορφή του οποίου γνωρίζουμε σήμερα σε αδρές γραμμές, μόνο από σχέδιο του Belli (1586), εφόσον το ίδιο δε διατηρείται πλέον. Σημαντικότατο, τέλος, εύρημα του ανασκαφέα Γ. Ρεθεμνιωτάκη είναι αίθουσα διαστάσεων 13,90 x 11,40 μ., με μαρμάρινο δάπεδο και τέσσερις σειρές λίθινων εδράνων κατά μήκος των μακρών της πλευρών. Η αίθουσα ανεγέρθηκε, όπως δηλώνουν αναθηματικές επιγραφές, στις αρχές του 2ου αι. μ.Χ. και ταυτίζεται με το βουλευτήριο της ρωμαϊκής πόλης που καταστράφηκε πιθανότατα από σεισμό το 365 μ.Χ. Η Λύκτος φαίνεται ότι συνέχισε να αποτελεί οικιστικό κέντρο μέχρι και τον 7ο αι. μ.Χ., όπως υποδεικνύει η αποκάλυψη υστερορωμαϊκών καταστημάτων.
